Η επταετία μέσα από τη ματιά του Γιώργου Χρονά

Τελευταία ενημέρωση: 19:24

 

Ο Γιώργος Χρονάς γεννήθηκε το 1948 και την 21η Απριλίου του 1967 ήταν φοιτητής, έφηβος. Κουβαλάει το λογοτεχνικό περιοδικό Οδός Πανός, τις εκδόσεις Σιγαρέτα, ποιήματα, πεζά και θεατρικά έργα, στίχους για τραγούδια. Είναι χειμαρρώδης, από τους ανθρώπους που συγκρατούν τις λεπτομέρειες εκείνες που κάνουν την ιστορία αληθινή. Τον συνάντησα στο βιβλιοπωλείο του, πίσω από έναν στενό πάγκο με έντυπα. Από τη συνέντευξη που μου παραχώρησε για το Πρακτορείο, προτίμησα να αφαιρέσω τις ερωτήσεις. Η διήγησή του είναι αρκετή.

«Τελείωσα το γυμνάσιο το 1966, έδωσα με το σύστημα του Γιώργου Παπανδρέου σε μια σειρά σχολών που περιλάμβανε από τη νομική και τη φιλοσοφική μέχρι μαθηματικά, ήταν το γαλλικό σύστημα. Μπήκα δηλαδή στο πανεπιστήμιο το 1966-1967. Ήμουν τότε 18-19 χρόνων.

»Ήταν μια θλιβερή εποχή. Με το που ανέβηκε η χούντα το ?67 τον Απρίλιο αισθάνθηκα ότι κόπηκε η επαφή μου με τον κόσμο, ότι ο κόσμος θα πάει αλλού, αλλιώς. Όπερ και εγένετο. Η διαφορά αυτή, από τη μια μέρα στην άλλη, μου προκάλεσε θλίψη και μπορώ να σας πω ότι έκλαιγα.

»Προσωπικά δεν είχα δίωξη από τις αρχές, ούτε εγώ, ούτε τα οικεία πρόσωπά μου αλλά παρακολουθούσα τις εφημερίδες. Διάβαζα πάντοτε πολλές, τρεις-τέσσερις την ημέρα, και τις στήλες των δημοσιογράφων που γράφανε με ψευδώνυμα, τον Θανάση Κανελλόπουλο στο Βήμα για παράδειγμα.

»Είχα λυπηθεί που κλείσανε οι εφημερίδες της Βλάχου γιατί ήμουν αναγνώστης και της Καθημερινής και της Μεσημβρινής και των Εικόνων. Είχα και το τελευταίο φύλλο της Μεσημβρινής το οποίο είχε κυκλοφορήσει 21 Απριλίου.

»Είχα δει δε και την επεισοδιακή συναυλία των Rolling Stones. Ήμουν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη μεριά που έστειλε ο Μικ Τζάγκερ λουλούδια, στις 17 Απριλίου του 1967. Η κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου έφερε την αστυνομία στο γήπεδο και σταματήσαν τη συναυλία. Σε λίγες μέρες έγινε η χούντα.

»Την τελευταία δε ημέρα του Πολυτεχνείου, θα μπορούσαν να με είχαν σκοτώσει διότι ορμήσαν πάνω μου αστυνομικοί. Δούλευα τότε σε ένα τυπογραφείο στη Βουκουρεστίου. Είχα τη φαεινή ιδέα εκείνη τη στιγμή να βγάλω την ταυτότητα μου και να τη δείχνω δεξιά-αριστερά, έξω από τον Λαμπρόπουλο, και έφευγαν, πιστεύοντας ότι είμαι κι εγώ κάτι σαν κι αυτούς, ίσως; Δεν έδειχνα παρά την ταυτότητά μου, δηλαδή δείτε ποιος είμαι, που δεν ήμουν τίποτα. Μετά μπήκα σε ένα ταξί μαζί με τρεις-τέσσερις άλλους, γιατί είχε κοπεί η δημόσια συγκοινωνία, για να πάω στη Νίκαια στο πατρικό μου, να τους πω ότι είμαι καλά.

»Πάντα οι συναντήσεις σε χώρους λογοτεχνικούς ήταν, φαντάζομαι, υπό παρακολούθηση. Εγώ έκανα μια σειρά εκδηλώσεων σε ένα καφέ που λεγόταν Στοά, στο Πασαλιμάνι, όπου γνώρισα και τον Μιχάλη Κατσαρό και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, που τότε είχαν εκδώσει τα Ριζίτικα, επαναστατικά τραγούδια μέσα στην εποχή. Μίλησα για το ροκ και μετά φάγαμε σε μια ταβέρνα και η βραδιά παρακολουθείτο από αστυνομικούς με πολιτικά. Έμαθα αργότερα ότι όταν είδαν πως εμείς δεν ασχολούμεθα με την πολιτική αλλά με την τέχνη με τη γενική έννοια, είπαν ότι δεν τους ενδιαφέρουμε. Αλλά σε όλες τις εκδηλώσεις ήταν πάντα αστυνομικοί με πολιτικά. Το καθεστώς παρακολουθούσε τα πάντα. Έκανε τη δουλειά του πολύ καλά. Και φυσικά η Αθήνα είχε γεμίσει με πρακτορίσκους. Είχα συναντήσει κι έναν από αυτούς, έναν Άγγλο, που έλεγε ότι είχε έρθει για να κάνει αφιέρωμα στο Σεφέρη.

»Το περιοδικό Κούρος κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1971. Ήταν του Λεωνίδα Χρηστάκη που με φιλοξενούσε πολύ συχνά μέσω των περιοδικών του Κούρος και Panderma αργότερα.

»Μας ερχόντουσαν οι ειδήσεις από ραδιοφωνικούς σταθμούς που ακούγαμε στα σπίτια μας για τις δηλώσεις που έκαναν διάφοροι καλλιτέχνες στο εξωτερικό. Οι καλλιτέχνες των Αθηνών δεν είχαμε ειδήσεις. Το μόνο που έκανε ο Χρηστάκης με τα περιοδικά του ήταν ότι κατήγγειλε το βραβείο Φορντ και μέσω αυτού διάφορους που το είχαν πάρει. Έβριζε το βραβείο Φορντ και η φίλη μου η Λιλή Ζωγράφου. Εθεωρείτο φιλοχουντικό, με την έννοια ότι δινόταν σε μια εποχή που ήταν μαύρη για την Ελλάδα, δύσκολη.

»Ο τύπος τότε ήταν σε μεγάλη ακμή, δεν υπήρχαν τα ΜΜΕ όπως είναι σήμερα, το ίντερνετ. Υπήρχαν μόνο οι εφημερίδες και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που ακούγαμε από Μόσχα, Τίρανα, Λονδίνο, όσοι πιάναμε στα βραχέα. Γράφονταν πράγματα τα οποία ήταν επικίνδυνα για την εξουσία, με ψευδώνυμα αλλά μαθαίναμε την ταυτότητά των συντακτών.

»Εφαίνετο ότι αυτή η κατάσταση θα κρατήσει καιρό και χωρίς να το θέλουμε, περάσαμε σιωπή μέσα στη ζωή μας. Ξέροντας τι απαγορεύεται, αναγκαστικά προσέχαμε. Ας πούμε το ποίημα μου «Το Χαμάμι του Μουχτάρ Πασά» που βγήκε το ?74, γραμμένο το ?73. Στη θέση της εξουσίας ήταν ένας πασάς. Μαζευόμαστε, αποφεύγοντας κάποια άγνωστη κατάσταση και βλέποντας τι συμβαίνει σε άλλα πρόσωπα, για τα οποία διαβάζαμε ή ακούγαμε από τους σταθμούς κι ο ένας από τον άλλο.

»Το κυρίαρχο συναίσθημα ήταν ο φόβος και αναγκαστικά η προσαρμογή με βάση ποιοι είμαστε. Δεν ήμουν ο Παναγούλης για να έχω την κάλυψη της Οριάνα Φαλάτσι [σ. Ιταλίδα δημοσιογράφος, πολεμική ανταποκρίτρια και συγγραφέας, σύντροφος του Αλέκου Παναγούλη μετά την απελευθέρωσή του] αν θα πάθαινα κάτι. Όλα αυτά τα γεγονότα ήταν συγκλονιστικά μέσα στην εποχή, και ο πυροβολισμός [σ. απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου από τον Αλέκο Παναγούλη το 1968].

»Προτού πέσει ο Παπαδόπουλος για να ανέβει ο Ιωαννίδης, περνούσα έξω από το πολυτεχνείο νύχτα, μετά τα γεγονότα. Βόλτα μοναχική ενός ανθρώπου στην πόλη. Με πλησιάζει ένας κύριος, με πολιτικά αυτός, μου λέει «Τι κάνετε; Τι δουλειά έχετε εδώ πέρα;». Λέω «Κάνω μια βόλτα ως κάτοικος της Αθήνας» και μου κοπανάει μια σφαλιάρα, παπ παπ, δύο σφαλιάρες. Κι έφυγε. Ούτε φυσικά τόλμησα να του πω τίποτα.

»Πάντως η αλλαγή της χούντας, από τη μία στην άλλη, με βρήκε στην Οδός Πανός 17.

»Τις πρώτες ημέρες του Πολυτεχνείου ήμουν σε ένα σπίτι στο Βύρωνα, ενός αδερφού δημοσιογράφου και επικοινωνούσα με τον Χατζιδάκι, τον οποίο είχα γνωρίσει στο μεταξύ. Ο Χατζιδάκις έκανε πρόβες για τα Πέριξ με τη Βούλα Σαββίδη στο Πολύτροπον της Πλάκας, δίπλα ακριβώς στην εκκλησία που κηδεύτηκε ο Σεφέρης. Η κηδεία του Σεφέρη ήταν από τα πρώτα πράγματα εναντίον της χούντας.

»Ο Σεφέρης είχε ήδη δηλώσει κάποιες σκέψεις, είχε εμφανίσει το ποίημα αυτό με τις γάτες που τρώνε τα φίδια στην Κύπρο. Ο θάνατός του συνέβη μέσα στην κατάσταση αυτή. Τον πήγαμε από το ναό αυτό της Πλάκας με τα πόδια μέχρι το πρώτο νεκροταφείο. Η κηδεία του εξελίχθηκε σε μια πορεία.

»Έχω την εντύπωση ότι η χαρά για την ελευθερία της Ελλάδος καλύφθηκε από μια άλλη λύπη, εξαιτίας των γεγονότων στην Κύπρο, για την οποία δεν υπήρξε αντίδραση, καθώς επενέβη η Αμερική και η Αγγλία. Είμαστε συγκλονισμένοι γιατί από τη μια μεριά ερχόταν ο Καραμανλής με το αεροπλάνο του Ζισκάρ Ντ? Εστέν και από την άλλη οι Τούρκοι προήλαυναν στην Κύπρο. Θυμάμαι τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών, του Μαύρου και μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι εδώ γλεντούσαν, ασχολούνταν με την ελευθερία που έφερνε ο Καραμανλής με το αεροπλάνο. Ήταν λυπηρό και αίσχος. Ήταν δώρο αντίδωρο. Η ελευθερία της Ελλάδος συνοδεύτηκε με ένα πολύ υψηλό τίμημα της απώλειας του εδάφους της Κύπρου. Το χρυσοπράσινο φύλλο που λέει ο Ρίτσος, και είναι ακριβώς έτσι.

»Οι νεκροί, ενώ φαίνεται να μην είναι αναντικατάστατοι, δεν αντικατεστάθησαν. Ήταν ηρωικά πρόσωπα που πίστεψαν σε κάτι πέρα από την όψη. Είναι συγκινητικά πρόσωπα τα οποία πρέπει να μας δίνουν δύναμη και κουράγιο για τις δυσκολίες που περνάμε τώρα σαν άνθρωποι και σαν χώρα.»


Το πλήρες τηλεγράφημα της Σοφίας Μανδηλαρά στη συνδρομητική ιστοσελίδα του ΑΠΕ-ΜΠΕ.
© ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ.
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή από επισκέπτες της ιστοσελίδας.

eana
media